Ο Νίκο.

Ο Νίκο δεν ξέρει πότε γεννήθηκε. Υπολογίζει ότι είναι 28 χρονών. Ο Αλβανός συγκάτοικος μου βεβαιώνει ότι έτσι είναι η ράτσα του. Κανείς  τους δεν ξέρει πότε έχει γεννηθεί. Τι ράτσα είναι του λέω, αφήνοντας να μου ξεφύγει ένα μειδίαμα όταν άρθρωσα την λέξη ράτσα. Γύφτος μου απαντάει. Μάλιστα. Και Αλβανός και γύφτος. Το μόνο που μένει είναι να είναι και gay Εβραίος. Ο Νίκο είναι 28 χρονών και μοιάζει τουλάχιστον 38. Κοντός ,γεροδεμένος, ασχημούλης, μαυριδερός, γεμάτος φυλακίστικα ταττού εξαιρετικά χαμηλής ,ακόμα και για φυλακή ,ποιότητας.

Στην πλάγια πλευρά της οδοντοστοιχίας του έχει ένα κενό .Κάποια απώλεια δοντιού κάνει το χαμόγελο του διαδραστικό… Ο Νίκο τρώει την πρώτη συλλαβή από τις μεγάλες λέξεις. Δεν λέει: «πότε θα αποφυλακιστώ;» αλλά «πότε θα φυλακιστώ;». Εμείς του απαντάμε «μα φυλακισμένος είσαι,  μην ανησυχείς» και εκείνος δεν καταλαβαίνει. Βλέπει πως χαμογελάμε και χαμογελάει και εκείνος. Εμείς βλέπουμε το δόντι που λείπει και χαμογελάμε περισσότερο. Ο Αλβανός συγκάτοικος, σε ρόλο ανταποκριτή national geographic, μας ενημερώνει πώς και τα αλβανικά έτσι τα μιλάει. Έτσι είναι η ράτσα του επιμένει!

Ο Νίκο πίστευε ότι είναι άδικα φυλακή γιατί όταν πριν λίγες μέρες αποφυλακίστηκε ο αδερφός του, το αποφυλακιστήριο από κάποιο γραφειοκρατικό λάθος βγήκε στο δικό του όνομα. Τι και αν έχει είκοσι χρόνια ποινή από την οποία έχει βγάλει έναν, αυτός επιμένει ότι πρέπει να βγει. Το αποφυλακιστήριο γράφει το όνομα του. Ο Νίκο άδικα μέσα! Το δίκαιο και το άδικο στο μυαλό του καθορίζεται από κάποιο τυπογραφικό λάθος.

Ο Νίκο όποτε με βλέπει, με κοιτάζει με θαυμασμό και μου λέει: Μάφια εσύ, μεγκάλο μάφια! Μπράβο! μπράβο! Μια φορά δεν κρατήθηκα και του απάντησα. Του λέω: γιατί μπράβο; Μου λέει: Εσύ δεν είσαι που έδειχνε δέκα μέρες το τηλεόραση; Το ¨δέκα μέρες¨ το τόνισε ιδιαίτερα . Εγώ είμαι του λέω αλλά δεν έκανα αυτά που λένε. Έχει γίνει κάποιου είδους παρεξήγηση πασχίζω να του εξηγήσω, διακινδυνεύοντας να χάσω την εκτίμηση του, οι περιγραφές της τηλεόρασης του λέω στο μεγαλύτερο μέρος τους δεν αντιστοιχούν στο πρόσωπο μου. Έκανες-δεν έκανες, εμείς μια φορά σε είδαμε στην τηλεόραση, μου απαντάει, ποδοπατώντας όλα μου τα επιχειρήματα. Όμως μέσα σε αυτήν του τη φράση, πιστεύω, κρύβεται όλη η θεαματική δεισιδαιμονία του υποπρολεταριάτου.

Δεν τον νοιάζει καν αν οι κατηγορίες που μου αποδίδονται μου αντιστοιχούν πραγματικά. Τον νοιάζει μόνο ότι είμαι κάποιος που έχει καταφέρει τον ιερό σκοπό της εξάντλησης των δεκαπέντε λεπτών δημοσιότητας που μου αναλογούν. Και μάλιστα με το παραπάνω. Για αυτόν, είμαι ένας τηλεοπτικός αστέρας. Ένας άγιος του θεάματος.

Ο Νίκο έχει προβλήματα. Φυσάει και ξεφυσάει. Υπολογίζει πόσο έχει να βγάλει ακόμα. Κάποια στιγμή μου λέει: Δεν είμαι μόνο εγκώ. Είναι και το οικογένεια μου, μπαμπάς και δύο αδέρφια .Στεναχωριούνται που είσαι φυλακή; τον ρωτάω. Φυλακή και αυτοί, μου απαντάει. Τι;! Είναι στη φυλακή και ο μπαμπάς σου και τα δύο αδέρφια σου; Προσπαθώ να επιβεβαιώσω. Ναι, μου λέει. Μα καλά δεν μου είπες ότι ο αδερφός σου αποφυλακίστηκε με το όνομα σου; Ναι, μου λέει, ο μικρός. Στην Αυλώνα ήταν. Δηλαδή είχες και τρίτο αδερφό στη φυλακή; Ναι!, μου λέει. Και η μάνα σου τι λέει για όλα αυτά;, τον ρωτάω. Και η μάνα έχει κάνει μέσα τρείς μήνες, μου λέει. Όλη η οικογένεια φυλακή;! Του ξαναλέω. Ναι ναι, μου λέει με την σειρά του. Και καλά, δεν σας κάνανε κάνα σκόντο στο δικαστήριο, καμιά οικογενειακή τιμή; Εεεε, μου απαντάει σοβαρά, είμαστε για διαφορετικές υποθέσεις.!!Ε, πες έτσι του λέω και κλείνω την κουβέντα.

Με τα πολλά κάπως φτάνει η κουβέντα και τον ρωτάω αν είναι μουσουλμάνος. Μου λέει οοοχι. Εγώ καρτολικός(sic), καρτολικός(sic). Δεν είσαι ορθόδοξος; Ορθόδοξος, μου λέει. -Καθολικός;-Καθολικός.-Ορθόδοξος;.-Ορθόδοξος. Αρχίζω να χάνω την υπομονή μου και τον ρωτάω αυστηρά: Καθολικός ή ορθόδοξος; Δεν  μου απαντάει και με κοιτάζει τρομαγμένος λες και τον ανακρίνω. Του λέω:  Ποία είναι η άποψη σου για το filioque; Ποία είναι η θέση της ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας σε σχέση με αυτό το πρόβλημα; Ποία είναι η άποψη σου σε σχέση με το πρωτείο του Πάπα; Ποία θεωρείς ότι είναι τα βαθύτερα πολιτικά αίτια για το σχίσμα του 1054; Με κοιτάζει τρομαγμένος. Μαλακώνω το ύφος μου και ρωτάω: Από που εν πάση περιπτώσει εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα; Διακρίνω μια λάμψη στα μάτια του που συνοδεύεται από τη δήλωση: Εκ του Πατρός. -Και όχι εκ του Υιού; -Όχι, επιμένει με σταθερή φωνή. Άρα είσαι ορθόδοξος τον διαβεβαιώνω. Ορθόδοξος ,μου λέει.

Μπαίνει ο Νίκο στο κελί. Μου λέει: Τι διαβάζεις; Τον Οθέλλο του λέω, σίγουρος ότι δεν θα καταλάβει. Με κοιτάζει απορημένος. Σαίξπηρ του διευκρινίζω με την ελπίδα ότι πέντε αιώνες, κάπου θα τον είχε πάρει το αυτί του. Αααα! Σεξ ,μου λέει πονηρά. Όχι, δεν ήταν ένα αστείο που αντιστοιχεί σε παιδί δέκα χρονών. Ήταν πραγματικό συμπέρασμα. Νίκο! του λέω αυστηρά. Τι μαχαιριά στον πολιτισμό ήταν αυτή; Μαζεύεται σαν δαρμένο κουτάβι. Εγκώ δεν ξέρει ,απολογείται.

Πηγαίος αλβανικός ντανταϊσμός, σκέφτομαι και τον συγχωρώ.

18/10/2012

Τρείς ρυθμοί σε σύγκρουση.

Μέσα μου συγκρούονται τρείς ρυθμοί.

Ο δωρικός: της αρχιτεκτονικής της φυλακής.

Ο ιωνικός: που η αντιτρομοκρατική στήνει την υπόθεσή μου.

Και  ο κορινθιακός: που γαμιέται η μάνα τους.

14/10/2012

Ένα καταδικασμένο ποίημα.

Ποίηση είναι οι ανεκπλήρωτοι έρωτες

οι υψηλές ιδέες

η ματαιότητα της ύπαρξης

οι κοινότοπες ευαισθησίες

τα προκάτ πάθη

η τρικυμία στα χείλη.

 

Ποίηση είναι οι αναστεναγμοί του βαρυποινίτη

η μακαριότητα του ισοβίτη

η απελπισία του εγκλεισμού

η μονοτονία του προαυλισμού

τα σπαστά ελληνικά

η μελαγχολία της βραδινής καταμέτρησης

οι νυχτερινοί εφιάλτες του συγκελίτη..

10/10/2012

Οι γκρι τοίχοι και το νοσοκομειακό φως

οι σιδερένιες πόρτες και τα πλεγμένα σύρματα

η βρωμιά στο πάτωμα και η αποστειρωμένη ατμόσφαιρα.

Τα απλωμένα ρούχα στο προαύλιο σπάνε τη μονοτονία,

σαρκάζουν με τον πιο χοντροκομμένο τρόπο τις ευθείες γραμμές της φυλακής.

Η φυλακή μεταμορφώνεται από τους ανθρώπους που έχει καταπιεί.

Τα κρεμασμένα σώβρακα συγκρούονται με την απόλυτη αρχιτεκτονική.

Η ζωή με τα ντουβάρια.

Η ζωή συγκρούονται με την απαξίωση της

Το λουλούδι ανθίζει ακόμα και σε βράχο

Αφήστε χίλιους κάκτους ν’ ανθίσουν.

Ι

06/09/2012

Κάποτε φτάσαμε στο Δομοκό. Εγώ την πόλη αυτή δεν την ήξερα από το περιβόητο κατίκι της αλλά από την ομώνυμη φυλακή της. Γι αυτό και πάντα έλεγα «η Δομοκός». Με “η”, δηλαδή στο θηλυκό. Όπως πάντα έλεγα «η Αυλώνα». Στην πραγματικότητα νομίζω και τα δύο είναι αρσενικά. Το ταξίδι είχε ενδιαφέρον. Τέτοια συνοδεία θα τη ζήλευε και ο πρόεδρος της δημοκρατίας. Μόνο που εκείνος δε θα ήταν δεμένος πισθάγκωνα, με τέσσερεις φασκιωμένους να τον φιλάνε. Παρεμπιπτόντως ο ένας, ο οδηγός, ήταν συμπαθητικός. Οι χειροπέδες σε όλη την τετράωρη διαδρομή ήταν σφιγμένες στο όριό τους, με αποτέλεσμα να νιώθω κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα να χτυπάει τους ήδη ματωμένους καρπούς μου. Οι αντίχειρές μου είναι ακόμα μουδιασμένοι.

Η υποδοχή μου στην ακτίνα είναι τόσο θερμή που καταλήγει τρομακτική. Όλοι θέλουν να με γνωρίσουν και να μου κάνουν χειραψία. Όχι με τη συμπάθεια που αρμόζει σε ένα θύμα σκευωρίας. Ούτε με την εκτίμηση που αντιστοιχεί σε κάποιον που δε συνεργάστηκε με τις αρχές. Αλλά με το δέος που προκαλεί ένας τηλεαστέρας. Έχω αρχίσει να καταλαβαίνω τι  διαστάσεις έχει πάρει το θέμα της σύλληψής μου από τα μίντια.

Εδώ είναι μια πολυπολιτισμική πανδαισία. Μια εγκληματολογική πανδαισία επίσης. Κάποιος ινδός είναι με ισόβια επειδή σκότωσε έναν «δικό του», δηλαδή κάποιον συμπατριώτη του. Είναι συμπαθητική φάτσα. Τον σκότωσε πάνω σε καυγά. Υπάρχει ένας τύπος γύρω στα εξήντα με ένα δόντι και μια φάτσα σκοτεινιασμένη σαν οδηγός νταλίκας σε ταινία του Rodriguez. Αυτός είχε βγάλει μια ισόβια και ύστερα από έναν μήνα τον ξαναπιάσανε και του ρίξανε πάλι ισόβια. Τώρα είναι κάπου  στον έκτο χρόνο. Βαυκαλίζεται πως όταν ήταν στην Δ(πτέρυγα) είχε καρφώσει ένα ψαλίδι στον κώλο του Κορκονέα. Του αλλάξανε πτέρυγα μεν αλλά την πολυπόθητη μεταγωγή δεν του τη δώσανε. Κάτι μου λέει πως η διοίκηση το χει φάει το κόλπο με τον Κορκονέα. Υπάρχει ένας που έχει καταδικαστεί σε 3,5 χρόνια φυλάκισης. Δηλαδή 3,5 φι στη διάλεκτο της φυλακής. Το φι είναι σε αντιδιαστολή με το κάπα που σημαίνει κάθειρξη. Λοιπόν, αυτός δεν έχει λεφτά να εξαγοράσει την ποινή του και κάθεται εδώ με ληστές και δολοφόνους. Ευτυχώς έχει εγκληματικό physic κι αν δεν σου εξηγήσει το δράμα του, τον περνάς για ισοβίτη και τον χαιρετάς με κάποιον σεβασμό.  Ο φουκαράς λοιπόν πήγε να κλέψει ένα αμάξι που, όπως  για κακή του τύχη διαπίστωσε, άνηκε σε μπάτσους. Πατέρα και γιο! Ω μαϊ τζί! Τρεις μέρες, λέει, τον έδερναν κάθε είκοσι λεπτά. Η φάτσα του είχε γίνει διπλάσια από το πρήξιμο αλλά ο ανακριτής δεν το πρόσεξε… Υπάρχουν πολλοί που μέχρι να πάνε στο εφετείο έχουν βγάλει όλη την πρωτόδικη ποινή τους. Υπάρχουν δύο που κατηγορήθηκαν για καμιά δεκαριά ληστείες τραπεζών. Κανείς από τους δύο δεν παραδέχτηκε τίποτα. Εκατόν εξήντα μάρτυρες, από πελάτες μέχρι ταμίες, πέρασαν από το δικαστήριο και δεν τους αναγνώρισε ούτε ένας! Οι καταθέσεις των μπάτσων ήταν αρκετές για να ακούσουν είκοσι χρονάκια και να ελπίζουν στο εφετείο. Το εφετείο στη φυλακή παίρνει διαστάσεις δευτέρας παρουσίας.

07/09/2012

Οι συνθήκες είναι λίγο σαν youth hostel. Πολλές γλώσσες, κοινή κουζίνα, αναγκαστική συγκατοίκηση. Ο χώρος είναι εξαιρετικά περιορισμένος. Η αυλή είναι σε μέγεθος πισίνας πολυτελούς ξενοδοχείου και βάθους δέκα μέτρων. Όσο δηλαδή το ύψος των τοίχων που την περικλείουν. Αν θελήσω να τρέξω λίγο, σύντομα νιώθω σαν ηλεκτρόνιο, ζαλίζομαι και τα παρατάω. Το μπετό και το σύρμα κυριαρχούν. Πίσω από το κάγκελο στο παράθυρο του κελιού μου βλέπω ένα κομμάτι ουρανού διακοσμημένου με λίγο συρματόπλεγμα. Το βράδυ δεν έχει αστέρια. Ο φωτισμός από τους προβολείς είναι τόσο δυνατός που τα εξαφανίζει.

08/09/2012

Έχει συννεφιά σήμερα. Το χρώμα του τοίχου είναι ίδιο μ’ αυτό του ουρανού. Τα σύννεφα από τον τοίχο ξεχωρίζουν μόνο  επειδή υπάρχει το συρματόπλεγμα. Κατάθλιψη.

09/09/2012,  βράδυ

Έξω έχει ωραία βραδιά. Όμως οι προβολείς δεν αφήνουν να ξεχωρίσει από τις υπόλοιπες. Αρχίζω να καταλαβαίνω το πραγματικό νόημα που κρύβεται πίσω από τη φράση “εμπειρία του εγκλεισμού”. Εμπειρία! Μπορεί να είμαι τυχερός που βιώνω μια ψυχική κατάσταση την οποία μόνο ένα μικρό μέρος της ανθρωπότητας έχει την ατυχία να βιώσει. Όμως, το ότι δεν μπορώ να βγω στο μπαλκόνι για να απολαύσω τη φθινοπωρινή βραδιά, μου φαίνεται κάτι παραπάνω από καταθλιπτικό. Μου φαίνεται διεστραμμένο και σαδιστικό. Εντάξει, δε λέω. Εδώ πέρα γράφουμε Ιστορία, στη φυλακή θα κολλήσουμε; Όχι, όχι και πάλι όχι. Αλλά αφού τα σκέφτομαι, ας τα γράφω να υπάρχουν…

 

Συνεχίζεται…

Λίγα λογια σχετικά με την υπόθεση του Αναστάσιου Θεοφίλου

Δύο σημειώσεις…

1

Στην παρούσα φάση “ανάπτυξης” του καπιταλισμού, η εργασία δεν είναι ούτε δικαίωμα ούτε εκβιασμός. Είναι προνόμιο. Η μόνη διέξοδος των αποκλεισμένων από τον υλικό και πνευματικό πλούτο της κοινωνίας του Κεφαλαίου, προκείμενου να επιβιώσουν, είναι το “έγκλημα”. Και το έγκλημα έχει πολλές διαστάσεις, πολλές ερμηνείες και πολλές εκδοχές. Σε πείσμα των μιντιακών ερμηνειών δεν πρέπει να παραδεχτούμε το νόμο ως το όριο μεταξύ ηθικού και ανήθικού. Καλού και κακού. Δίκαιου και άδικου. Ούτε φυσικά με απλοϊκή αφέλεια να του αλλάξουμε το πρόσημο χρησιμοποιώντας το ως το όριο μεταξύ επαναστατικού και μη επαναστατικού.

Οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε το έγκλημα ψύχραιμα, πέρα από ηθικισμούς και ρομαντισμούς, ως μία ακόμα κοινωνική δραστηριότητα που τα επιμέρους χαρακτηριστικά της καθορίζουν τη σημασία της. Με άλλα λόγια, ως γνώμονας της κριτικής μας πρέπει να μπει το αν μια δραστηριότητα, παράνομη ή νόμιμη -δεν μας αφορά-, εξυπηρετεί είτε τα προσωπικά συμφέροντα ατόμων της τάξης μας, είτε το σχέδιο της χειραφέτησης της τάξης μας από την τάξη των κατόχων και των διαχειριστών του Κεφαλαίου. Της τάξης, δηλαδή, που αρκείται πια στο να αρπάζει με ληστρικούς όρους το μοναδικό μας εμπόρευμα, την εργατική μας δύναμη, αλλά ακόμα χειρότερα μας στερεί πλέον την ίδια δυνατότητα της πώλησης του.

2

Κατηγορούμαι για μια ληστεία που κατέληξε σε τραγωδία. Δεν ήθελα να αναφερθώ σε αυτά τα γεγονότα καθότι δεν τα γνωρίζω παρά μόνο μέσα από τον παραμορφωτικό φακό των μίντια. Τελικά όμως κρίνω πως είναι σκόπιμο να πω δυο λόγια σε σχέση με αυτό.

Το να προσπαθήσει κάποιος πολίτης να υπερασπιστεί τα λεφτά ενός ιδρύματος, η απληστία του οποίου έχει οδηγήσει στην εξαθλίωση τα 2/3 της ανθρωπότητας, είναι σίγουρα κάτι παράλογο. Αυτό δε σημαίνει ότι η απάντηση είναι η αφαίρεση της ζωής του. Δε γνωρίζω τα γεγονότα και ως εκ τούτου δεν ξέρω αν ήταν μια εν ψυχρό εκτέλεση ή η οδυνηρή συνέπεια μιας πάλης που κατέληξε σε πυροβολισμούς. Θέλω να πιστεύω, σύμφωνα και με τις καταθέσεις των μαρτύρων, το δεύτερο.

Σε κάθε περίπτωση ένας άνθρωπος σκοτώθηκε. Ένας άνθρωπος που αν είχε την ψυχραιμία να σκεφτεί έστω για λίγα δευτερόλεπτα τι πάει να κάνει, ενδεχομένως θα άλλαζε γνώμη και από διώχτης να γινόταν υποστηριχτής των ληστών. Όμως είναι νεκρός και δε μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ούτε απέναντι σε κάποιους συντρόφους που προσδίδουν χαρακτηρισμούς που δεν ταιριάζουν σε κάποιον εκλιπόντα, ούτε κυρίως απέναντι στους τυμβωρύχους της αντιτρομοκρατικής και των μίντια που έστησαν χορό πάνω από τη σορό του, προκειμένου να εξυπηρετήσουν πολιτικές σκοπιμότητες.

Είμαι αναρχικός κομμουνιστής. Αγαπώ τη ζωή όσο και την ελευθερία. Ας πολεμήσουμε για να γκρεμίσουμε τι φυλακές που θάβουν εντός τους χιλιάδες ζωντανούς.  Ας πολεμήσουμε για το όραμα της κοινωνικής απελευθέρωσης. Ας πολεμήσουμε για την απελευθέρωση της τάξης μας από την εξουσία του κεφαλαίου.

27/09/2012

Α.Κ. Θεοφίλou

Β2 Πτέρυγα, Φυλακές Δομοκού.

Ημερολόγιο της επιχείρησης ¨Angela Davis¨

Ημερολόγιο της επιχείρησης ¨Angela Davis¨

18/08/2012  

Βγαίνω από τον σταθμό του Κεραμικού.Ψάχνω για κάποιο internetcafe το οποίο τελικά είναι κλειστό. Η αποτοξίνωσή μου από το avatar μου θα κρατήσει λίγο ακόμα. Κατευθύνομαι προς το Θησείο. Δυο μηχανές σταματάνε απότομα μπροστά μου. Μια αγέλη ανθρώπων πέφτει πάνω μου και με ακινητοποιεί. Δεν έχω καταλάβει τι γίνεται. Φωνάζω. Μου φοράνε χειροπέδες και μια μαύρη κουκούλα στο κεφάλι. Δε μου δηλώνουν την ιδιότητά τους. Με βάζουν σε ένα συμβατικό όχημα toyotayaris  ή κάτι τέτοιο. Δεν έχει σημασία. Μου λένε: “Μας χάλασες το καλοκαίρι παλιομαλάκα! Με σένα θα ασχολούμαστε;” Μάλιστα σκέφτομαι. Αυτή είναι η ατάκα της αντιτρομοκρατικής. “Έλα τον πήραμε” ενημερώνει ο συνοδηγός από το κινητό του. “Ρε, είναι σίγουρα αυτός;” αναρωτιέται αυτός που με κρατάει στο πίσω κάθισμα. “Πως σε λένε;” με ρωτάνε. Τους λέω, ξεφυσάνε ανακουφισμένοι. Ιστορίες με παρόμοια αρχή έχω ακούσει καμιά δεκαριά φορές. Δεν μπορούσα να φανταστώ τέτοια συνέχεια. Ούτε καν για τα διηγήματά μου. Βρίσκομαι σε ένα υπόγειο γκαράζ. Στην είσοδό του. Ακόμα φοράω την κουκούλα και έχω τα χέρια δεμένα πίσω. Περιμένουμε το ανσασέρ. «Στο 13», διατάζει κάποιος μόλις μπαίνουμε. Την τύχη μου μέσα και τη σημειολογία σας σκέφτομαι. Ό, τι μπορώ να δω πίσω απ’ την κουκούλα είναι τα παπούτσια μιας ατελείωτης σειράς αστυνομικών με πολιτικά και το πάτωμα. Με οδηγούν σε ένα γραφείο. Το αναγνωρίζω. Είναι το γνώριμο δωματιάκι που κατά καιρούς ποζάρουν διάφοροι αναρχικοί σύντροφοι για τις ανάγκες των γυρισμάτων της πλέον διάσημης υπηρεσίας, της αντιτρομοκρατικής. Κάθομαι στην καρέκλα με τα χέρια δεμένα πίσω. “Έχεις κάνει καμιά παρανομία;” με ρωτάει ένας. Εσύ με έχεις συλλάβει, εμένα περιμένεις να σου πω; Σκέφτομαι από μέσα μου. Δεν απαντάω. “Έχεις κάνει κάτι που να σε κάνει να νιώθεις ενοχές;” συνεχίζει. Πάλι δεν απαντάω. Δεν έχω καταλάβει τι μαγειρεύουν. Έρχεται κάποιος από πίσω μου και με μια λαβή ακινητοποιεί το κεφάλι μου. Μου ανοίγει το στόμα και βάζει μέσα μια μπατονέτα. Διαμαρτύρομαι. Όχι πως έχει νόημα. Ξέρω πολύ καλά πως η αντιτρομοκρατική είναι υπεράνω νόμων. Ξέρω ότι αντλεί το όποιο κύρος της και την ανεξέλεγκτη εξουσία της, όχι από τις αρχές της ποινικής δικαιοσύνης αλλά από τους κανόνες της δημοσιογραφικής βαρβαρότητας.  Μετά από λίγο και αφού μου έχουν πάρει δαχτυλικά αποτυπώματα, χωρίς να έχουν απαντήσει στην επίμονη ερώτησή μου για το αν έχω συλληφθεί, μπαίνει στο γραφείο μια καινούρια δυάδα. “Εσύ τον σκότωσες;” με ρωτάνε. Σκέφτομαι: αυτό το τρικ θα το έχουν ξετρυπώσει από το CSI. Σε απειλούν ότι θα σου φορτώσουν ανθρωποκτονία για να αναγκαστείς, πάνω στον πανικό σου, να παραδεχτείς οτιδήποτε άλλο. Δεν απαντάω. Ούτε ναι, ούτε όχι. Όχι απλά δεν ξέρω τι μαγειρεύουν αλλά το κυριότερο, δεν ξέρω καν πως το μαγειρεύουν. Μου βγάζουν την κουκούλα και με τραβάνε φωτογραφίες. Μου την ξαναφοράνε και με βάζουν να σταθώ όρθιος με τα χέρια δεμένα πίσω κοιτώντας τον τοίχο. Από πίσω κάποιοι αργόσχολοι κάνουν ανόητους θορύβους. Παριστάνουν τον άνεμο ή το αεροπλάνο. Μου ψιθυρίζουν : “Θα σε γαμήσουμε καράφλα!”. Οι ώρες περνάνε. Μετράω από μέσα μoυ δευτερόλεπτα για να μη χάσω την αίσθηση του χρόνου. Ένα, δυο, τρία μέχρι το εξήντα και πάλι από την αρχή. Μόλις φτάνω στα δέκα λεπτά μπερδεύομαι αλλά τουλάχιστον έτσι μπορώ να υπολογίσω χονδρικά πόσα θέλουμε για να περάσει μια ώρα. Όταν κρίνω ότι έχει περάσει ξαναρχίζω. Ένα, δύο, τρία… Έχω αγωνία. Όχι για το τι θα μου κάνουν, αλλά για το τι μαγειρεύουν πάλι. Ξέρω, εγώ είμαι αυτήν τη φορά το κυρίως πιάτο αλλά δεν ξέρω σε ποια συνταγή. Κάποιος με πλησιάζει από πίσω. Μου λέει“ό, τι είναι να πεις, πες το τώρα γιατί σε δυο ώρες θ’ αλλάξουμε τροπάριο. Σε δυο ώρες θα ταυτοποιήσουμε το DNA σου και θα σε γαμήσουμε”. Ποιο DNA και γιατί τόση σιγουριά αναρωτιέμαι από μέσα μου. Δεν απαντάω. “Τι έγινε στο νησί; Στράβωσε η δουλειά; Κι εμείς σε λίγο καιρό τράπεζες θα ληστεύουμε έτσι όπως πάει το πράγμα, αλλά το να σκοτώνεις είναι διαφορετικό!”. Καταρχήν, σκέφτομαι, δε σκότωσα κανέναν και δε λήστεψα καμία τράπεζα, παρότι το δεύτερο το φαντασιώνομαι όποτε κάποια από δαύτες πέσει στο οπτικό μου πεδίο. Επίσης, ληστέψτε κατά το συνήθειο σας κανέναν μεροκαματιάρη προποτζή και αφήστε τις τράπεζες κατά μέρος. Μην δαγκώνετε το χέρι που σας ταΐζει.. Οι ώρες περνάνε.. Εξακολουθώ να στέκομαι δεμένος πισθάγκωνα με θέα τον τοίχο που αχνοφαίνεται πίσω απ’ την κουκούλα. “Βγήκε το DNA!”, ακούω κάποιον να πανηγυρίζει. Αυτή η έκρηξη χαράς συνοδεύεται από μπουνιές, σφαλιάρες, κλοτσιές. Πέφτω κάτω. Χοροπηδάνε πάνω στην πλάτη μου. Σκέφτομαι τα λόγια του Χρόνη Μίσσιου: “Ότι και να μου κάνουν θα πρέπει μετά να με συναρμολογήσουν”. Σκέφτομαι πως οι εποχές έχουν αλλάξει. Ό, τι και να μου κάνουν πρέπει στις κάμερες να με παραδώσουν σαν θύτη και όχι σαν θύμα. Πράγματι μετά από λίγα λεπτά σταματάνε. Με σηκώνουν όρθιο και μου λένε: “Τρείς μέρες θα καθίσεις εδώ! Θα σου βγάλουμε την ψυχή!” Μου λένε: “Από το 2009 σε παρακολουθούσαμε, τί έκανες με τον Καραγιαννίδη στο Αγρίνιο; Νόμιζες δε σας βλέπαμε;”. Σκέφτομαι: Εγώ στο Αγρίνιο δεν έχω πάει ποτέ μου και τον Καραγιαννίδη τον έχω δει μόνο στις φωτογραφίες σας. Το παραλήρημά τους συνεχίζει. Ανάμεσα σε βρισιές και απειλές ξεχωρίζω τη λέξη «Σέχτα» και το όνομα «Νεκτάριος Σάββας». Επίσης τη φράση «Είμαστε αντίπαλα στρατόπεδα». Καλά όλα αυτά σκέφτομαι αλλά εγώ που κολλάω σ’ όλη αυτήν την ιστορία; Μου λένε: “Οι άλλοι δυο τα ρίχνουν όλα σε σένα, πες κάτι για να ελαφρύνεις τη θέση σου!”. Αναρωτιέμαι, ποιοι μπορεί να είναι άραγε “οι άλλοι δυο”; Στο επίκεντρο της ανάκρισης έχουν μπει τώρα τα διηγήματά μου. Προσπαθούν να βγάλουν οποιοδήποτε συμπέρασμα. Η ανάκριση συνεχίζεται για κάποιες ώρες και τα ανακριτικά ζεύγη αλλάζουν συνεχώς. Με ρωτάνε ό, τι τους κατέβει. Αν έχω νιώσει ποτέ στη ζωή μου φόβο και τέτοια. Κάποια στιγμή με παρατάνε. Με αφήνουν στο γραφείο δεμένο πισθάγκωνα με την καρέκλα. Δεν ξέρω για πόσες ώρες. Σίγουρα πολλές. Σίγουρα ατέλειωτες. Κοιτάζω τον τοίχο. Τα χέρια μου έχουν νεκρώσει από τις χειροπέδες. Το δέρμα γύρω από τον καρπό μου έχει ματώσει, έχει πρηστεί τόσο πολύ που καλύπτει τις χειροπέδες.

19/8/2012

Έχει πάει, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, περίπου 10 το πρωί. Το πρώτο εικοσιτετράωρο έχει περάσει. Με λύνουν και κοιτάζουν τους καρπούς μου. Συζητάνε για το αν χρειάζεται γιατρός. Αποφασίζουν πως όχι. Μου φοράνε το άσπρο αλεξίσφαιρο γιλέκο. Το άσπρο γιλέκο της διαπόμπευσης. Το τεκμήριο της αθωότητας υπήρχε την εποχή που οι κοινωνίες ήταν επηρεασμένες από το Διαφωτισμό. Το ίδιο και ο σεβασμός στην προσωπικότητα του κατηγορούμενου. Στο σύγχρονο μεταβιομηχανικό σκοταδισμό, ο κατηγορούμενος δεν τιμωρείται, όπως γινόταν στο μεσαίωνα, με την διαπόμπευση αλλά κάτι παραπάνω. Ο κατηγορούμενος διαπομπεύεται ως απόδειξη ενοχής. Ο κατηγορούμενος είναι το “κάθαρμα”, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου. Με περιφέρουν σαν τρόπαιο ανάμεσα σε δεκάδες κάμερες. Σκέφτομαι: αυτοί βάλθηκαν να διαψεύσουν τον Ουμπέρτο Έκο. Τελικά τον Αύγουστο έχει ειδήσεις. Τελικά αρκεί να ελέγχεις τα media για να εγκαθιδρύσεις σύγχρονες δικτατορίες. Τα τανκς μπορεί να είναι passé αλλά τα εκαμίτικα τσερόκι είναι πλέον must. Επιστροφή στη ΓΑΔΑ. Με πετάνε σε ένα κλουβί κυριολεκτικά ένα επί τρία, χωρίς φυσικά κανένα παράθυρο, χωρίς καμιά επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον και με το φως διαρκώς αναμμένο. Εκεί θα φιλοξενηθώ για τις επόμενες πέντε μέρες. Μια λαμαρινένια πόρτα το σφραγίζει. Με αφήνουν να ξεκουραστώ λίγες ώρες και με ξαναοδηγούν σιδηροδέσμιο στο ανακριτικό γραφείο. Μου δηλώνουν: “δεν είναι προσωπικό αν θέλαμε θα σε είχαμε λιώσει. Είμαστε απλά σε αντίπαλα στρατόπεδα”. Με ρωτάνε αν έχω να πω κάτι. Λέω όχι. Λένε:“Πάρτε τον από δω και μέχρι να πάει φυλακή μην του δώσετε ούτε νερό”. Πίσω στο κλουβί μου. Μου λένε: “Οι υπόλοιποι πυρήνες είχαν πιο πολύ νεύρο! Ποιοί “υπόλοιποι”; αναρωτιέμαι. Θα μου φορτώσουν και συμμετοχή στη ΣΠΦ; Τελικά πρόκειται για επαναστατική οργάνωση ή για νομικό πασπαρτού; Στους πυρήνες εγώ;! Εμένα η κριτική μου απέναντι σε αυτήν την οργάνωση είναι ίση σε ένταση με τα εκρηκτικά που σας χώνανε και σε έκταση ανταγωνίζεται τα κείμενά τους.  Όμως καθάρματα αφού έτσι το θέλετε, έτσι θα γίνει. Σε αυτόν τον αγώνα θα είμαστε και μαζί. Εγώ αναζητάω αυτό που με ενώνει με ό, τι εχθρεύεται τον παλιό κόσμο και ό ,τι με χωρίζει από αυτό που εμποδίζει το νέο να ανατείλει. Τις επόμενες δεκαπέντε με είκοσι ώρες τις περνάω στο κλουβί μου. Κάθε τρία λεπτά βαράνε με δύναμη και παρατεταμένα την λαμαρινένια πόρτα. Ο κρότος που δημιουργείται είναι απόκοσμος. Κάθε τρία λεπτά για ατέλειωτες ώρες. Είμαι τόσο κουρασμένος που κάποιες φορές καταφέρνω ενδιάμεσα και κοιμάμαι. Έχουν πάρει τα διηγήματα μου ως πραγματικά γεγονότα. Από τα σχόλια και τις αντιδράσεις τους υποψιάζομαι πως δεν τα βρίσκουν καθόλου του γούστου τους. Είναι εξοργισμένοι μαζί μου. Σκέφτομαι, τι τυχερός ο Κοκκινόπουλος, τι τυχεροί ο Φρανκ Μίλλερ, ο Μανσέτ, ο Ταραντίνο και ο Ροντρίγκεζ! Δεν μπήκαν ποτέ στο στόχαστρο της αντιτρομοκρατικής. Σκέφτομαι, δυστυχώς για εμένα, ως συγγραφέας  εμπνέομαι από το έγκλημα και όχι από τη ματαιότητα των μικροαστικών σχέσεων. Κάποια στιγμή μου βάζουν μουσική. Το κελί 33. Γελάνε. Έρχεται κάποιος ανώτερος. “Βάλτε Αγγελάκα και Θανάση στον Τασούλη! Αφού αυτά του αρέσουν!”. Συνεχίζει, “Και με τον Μάκη (προφανώς εννοεί τον Μάκη Τσάκαλο) στις Καβουρότρυπες και με τον Παπαδημούλη φίλο στο facebook και ψήφισες και Σύριζα!”. Φεύγει. Κάποια στιγμή ακούω κάποιους να μιλάνε με θαυμασμό για τον Παλαιοκώστα. Τον αποκαλούν “Ράμπο”! Κάποιος σχολιάζει ότι βρέθηκε αποτύπωμά του που τον συνδέει με την εκτέλεση του Βασιλάκη. “Και το πίστεψες;”, ειρωνεύεται κάποιος άλλος.

21/08/2012

Ο εφέτης ανακριτής με περιμένει στο γραφείο του. Με υποδέχεται με ύφος χιλίων πρετεντέρηδων και μου δείχνει καμαρώνοντας μια δικογραφία που σε όγκο σελίδων ξεπερνά το μισό μέτρο! Αφορά την υποτιθέμενη συμμετοχή μου στη  Ε.Ο. Σ.Π.Φ.. Με ρωτάει για υπαρκτές και ανύπαρκτες συναντήσεις με κατηγορούμενος για συμμετοχή στην ίδια οργάνωση. Το αστείο είναι ότι και οι αυτοί αρνούνται τη συμμετοχή τους στη συγκεκριμένη οργάνωση. Θέλω να του πω. Τελικά μιλάμε για τερορισμό ή μήπως για κάποια ίωση που κολλάει με τη χειραψία; Δεν του το λέω. Θέλω να του πω: Δεν είδα κάποιον να κατηγορείται για συμμετοχή στο παραδικαστικό κύκλωμα επειδή έφαγε σουβλάκια με κάποιον παιδικό φίλο της Μπουρμπούλια. Δεν του το λέω. Θέλω να του πω πως ο Μακαρθισμός μπορεί να έμεινε στην ιστορία ως τραγωδία, στην Ελλάδα όμως επαναλαμβάνεται σαν φάρσα. Δεν του το λέω. Νιώθω όμως παγιδευμένος. Του το λέω. Νιώθω τελικά πως ο Μακαρθισμός σε σχέση μ’ αυτό που γίνεται τώρα, μοιάζει με παιδικό τραγουδάκι. Του το λέω. Ανακουφίζεται. Η προφυλάκιση έχει “κλειδώσει”. Επιστροφή στο κλουβί  μου. Σκέφτομαι: Δε με πειράζει η φυλακή. Εξάλλου η θέση μου είναι δίπλα στους κολασμένους αυτής της γης. Το μόνο που με πειράζει είναι οι άδικες και ανυπόστατες κατηγορίες. Όμως δε νιώθω καν εξοργισμένος. Εξοργισμένος νιώθει κανείς αν του πάρουν τη σειρά στο supermarket, όχι αν μια υπηρεσία της αστυνομίας αποφασίσει να τον παγιδεύσει το 2009 και τελικά το καταφέρει το 2012. Κοιτάω δεξιά μου στον τοίχο, κάποιος άλλος που είχε φιλοξενηθεί σ’ αυτό το κλουβί πριν από μένα έχει γράψει με στυλό: “Ο Αγώνας συνεχίζεται”. Χαμογελάω. Σκέφτομαι, η Επανάσταση παίζεται, ο Αγώνας εξελίσσεται, της γης οι κολασμένοι πρέπει επιτέλους να παίξουν μπάλα.

Υ.Γ. : Στο σπίτι μου στην Λαμία βρέθηκαν “αδιάσειστα στοιχεία” που δικαιολογούν κατά την γνώμη των δημοσιογραφικών και αστυνομικών αρχών τη δίωξή μου. Σύμφωνα με τους δημοσιογράφους, βρέθηκε ένα ψηφιακό πατρόν απομιμήσεων αστυνομικών ταυτοτήτων, κάποια βιντεάκια με έναν βλαχοτεξανό που παριστάνει το κομάντο και ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο, η αγορά του οποίου είναι νόμιμη. Επίσης βρέθηκαν δεκάδες βιβλία και ταινίες. Ρούχα πλυμένα και άπλυτα. Σεντόνια, κουβέρτες, καθαριστικά τουαλέτας, σημειώσεις για τα διηγήματά μου καθώς και ολοκληρωμένα διηγήματα. Μαζί με τα υπόλοιπα ευρήματα δηλ. το κρεβάτι, τον καναπέ μου, τα υπόλοιπα έπιπλα, την τηλεόραση, το τζάκι και τις προμήθειες σε φαγητά θα μπορέσει άραγε, η αντιτρομοκρατική να το χαρακτηρίσει γιάφκα;

Α.Κ. Θεοφίλου

Β2 Πτέρυγα Φυλακών Δομοκού

27/08/2012 (η καθυστέρηση της δημοσίευσης οφείλεται σε τεχνικούς λόγους)